199 Views

Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΙΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΤΟ 1854

(Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε στο Σπήλαιο στις 19 Ιουνίου 2016, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων για τον Ζιάκα και τη μάχη του Σπηλαίου το 1854)

Αξιότιμοι προσκεκλημένοι, Κυρίες και Κύριοι

          Είναι χρέος όλων μας να γνωρίζουμε την εθνική και την τοπική ιστορία μας και να αποτίουμε τον  αρμόζοντα φόρο τιμής στους ήρωες της πατρίδας μας, σε όλους όσοι αγωνίστηκαν – και πολλοί θυσιάστηκαν –  για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.  Αρκεί βέβαια να μη μένουμε μόνο στους πανηγυρικούς και στα λόγια αλλά να τιμούμε τους ήρωες με έργα και να επιδεικνύουμε και εμείς ένα μέρος της γενναιότητας και της μεγαλοψυχίας που επέδειξαν εκείνοι στα δύσκολα χρόνια της δουλείας.

          Από αυτό το ηθικό και πνευματικό χρέος λοιπόν κινούμενος και εγώ ως μέλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και φιλόλογος, από το ενδιαφέρον για την τοπική ιστορία, αποδέχτηκα πρόθυμα την πρόταση του Προδρείου του Συλλόγου Σπηλαιωτών Θεσσαλονίκης, αν και γνώριζα ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλήσει κανείς για ένα τέτοιο σημαντικό και δύσκολο  θέμα. Τους ευχαριστώ όμως γιατί είχα την ευκαρία να ασχοληθώ και πάλι με την τοπική ιστορία και να ενημερωθώ για τα τελευταία πορίσματα της έρευνας και τα νέα στοιχεία. Η αλήθεια είναι πάντως ότι η έρευνα για τον Θεόδωρο Ζιάκα, τον μεγαλύτερο οπλαρχηγό της περιοχής των Γρεβενών και όχι μόνο,  δεν έχει προχωρήσει αρκετά και πολύ λίγα νέα στοιχεία έχουν έρθει στο φως. Υπάρχουν ακόμη πολλά σημεία που πρέπει να διαλευκανθούν και γι’ αυτό είναι ανάγκη να στραφεί η έρευνα σε εκκλησιαστικά κείμενα, κοινοτικά έγγραφα και εφημερίδες.

          Εκτός όμως από το πνευματικό και ηθικό χρέος με ώθησαν να ασχοληθώ με το Σπήλιο και το Ζιάκα και τρεις συναισθηματικοί λόγοι: η γιαγιά της γυναίκας μου η Αναστασία Δαλαμπίρα, η μπάμπω Λίνα, όπως την ήξεραν στο Μικρολίβαδο, κατάγεται από το Σπήλιο, το μοναστήρι της Παναγίας του Σπηλαίου κτίστηκε από έναν μακρινό πρόγονο μου, όπως αναγράφεται στην  στη κτητορική πλάκα, επί ηγουμένου κυρ Γαβριήλ εκ χωρίου Μηλέας Μετσόβου εν έτει 1633  και τα δύο γνωστά τραγούδια του Ζιάκα Εσείς πουλιά πετούμενα… και             Εσείς βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου

Λίγο για χαμπηλώσετε  κάνα ντουφέκι τόπο

για να φανεί απ’ το Ζυγό το παινεμένο Σπήλιο

να δούμε το Ζακόπουλο πως πολεμάει τους Τούρκους…

που είναι έντονα χαραγμένα στις παιδικές μου αναμνήσεις.

Ο Ζυγός λοιπόν είναι ο αυχένας που χωρίζει και ενώνει τη Μηλιά και το Μέτσοβο και δε φαίνεται από το Σπήλιο, γιατί εμποδίζουν τα βουνά των Γρεβενών και τα πεύκα της Μηλιάς Μετσόβου. Αυτά τα τραγούδια χορεύονται ακόμη και σήμερα στη Μηλιά και από αφηγήσεις των ηλικιωμένων φαίνεται ότι ο Ζιάκας έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και στη Μηλιά και στο Μέτσοβο και συνεργάστηκε σε πολλές μάχες με τα Τσαπόπουλα, κλεφταρματολούς από το Μέτσοβο που είχαν τα λημέρια τους στα βουνά της Μηλιάς. Το 1854 μάλιστα ένα σώμα του Ζιάκα ανέλαβε τη φύλαξη της διόδου Κρανιάς-Μηλιάς για να μην διαβούν προς τα Γρεβενά τα τουρκικά στρατεύματα.

Θα προσπαθήσω λοιπόν να μιλήσω όσο πιο αντικειμενικά και αξιόπιστα και σύντομα γίνεται για τον Θοδωράκη Ζιάκα και τη περίφημη μάχη του Σπηλαίου το Μάιο του 1854 αλλά πρώτα θα ήθελα να αναφερθώ πολύ σύντομα στο παινεμένο Σπήλιο.

Το παινεμένο Σπήλιο

Το Σπήλιο λοιπόν στο οποίο επέλεξε να οχυρωθεί και να δώσει την τελευταία του μάχη ο Θόδωρος Ζιάκας τα τέλη Μαΐου του 1854 αποτελεί ένα φυσικό οχυρό, ένα απόρθητο κάστρο που κατοικήθηκε τουλάχιστον από τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους καθώς έχουν βρεθεί γεωμετρικοί τάφοι με κτερίσματα. Διέθετε οχυρωματικό τείχος με πύλη ΒΑ, κοντά στην σημερινή είσοδο, από την ελληνιστική περίοδο που στα Βυζαντινά χρόνια, ίσως την εποχή του Ιουστινιανού επεκτάθηκε και βελτιώθηκε. Πολύ σημαντικός όμως ήταν ο ρόλος του Σπηλαίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κυρίως από το 1633 και μετά, όταν και κτίστηκε το μοναστήρι της Παναγίας, το οποίο θα αποτελούσε πνευματικό φάρο στο βόρειο τμήμα των Γρεβενών και καταφύγιο τόσο των αγωνιστών, όσο και του απλού λαού που έβρισκε σε αυτό υλική και πνευματική τροφή. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου τυχαία η επιλογή του χώρου από τον οπλαρχηγό Θεόδωρο Ζιάκα ο οποίος με τον στρατηγικό νου που διέθετε κατάλαβε ότι μόνο εκεί θα μπορούσε ή να νικήσει τους Τούρκους ή να διαφύγει με ασφάλεια, όπως και έκανε.

Ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Ζιάκας

Πριν όμως αναφερθούμε στην περίφημη μάχη του Σπηλαίου, για την οποία κάθε χρόνο ακούμε από τους ομιλητές πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα, αντλημένα από γραπτές πηγές και προφορικές μαρτυρίες, συνοπτικά θα μιλήσω για την προσωπικότητα του Ζιάκα και τη δράση του στα χρόνια της Επανάστασης. Ήταν ο μικρότερος από τους τέσσερις γιους του γέρο Ζιάκα, του αρχηγού της περίφημης κλεφταρματολικής οικογένειας και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά Θοδωράκη ή Ζιακόπουλο.  Η οικογένεια των Ζιακαίων, όπως μαθαίνουμε από τις επιστολές προς το ελληνικό κράτος του Γούλα Ζιάκα, γιου του μεγαλύτερου αδελφού του Θόδωρου, του Γιαννούλα, ήταν η πιο ξακουστή  στα Γρεβενά από πλευράς αριθμού μελών πού έλαβαν μέρος στους αγώνες του έθνους αλλά και αγωνιστικής διάρκειας, αφού η δράση τους, εκτείνεται πέρα από έναν αιώνα, μέχρι την επανάσταση της Μακεδονίας το 1878, στην οποία αναφέρεται και κάποιος Θεόδωρος Ζιάκας που η παράδοση τον ταυτίζει με τον ήρωα της μάχης του Σπηλαίου, χωρίς όμως αυτό να είναι εξακριβωμένο.  Ούτως ή άλλως όμως ο Θεόδωρος Ζιάκας ήταν ένας ζωντανός θρύλος και δύο χρόνια αργότερα πέθανε δε ηλικία 75 ετών. Το 1770 πολλοί Ζιακαίοι  πήραν μέρος στα Ορλωφικά και μέχρι το 1821 είχαν σκοτωθεί τριάντα (30) μέλη της οικογενείας  τους. Το 1810 ο γέρο Ζιάκας παρέδωσε την αρχηγία του αρματολικίου Γρεβενών και Ανασέλιτσας στον μεγαλύτερο γιο του τον Γιαννούλα που και μορφωμένος ήταν και ικανότατος οπλαρχηγός και πιθανότατα μυημένος στη Φιλική Εταιρεία . Τα πρώτα δέκα χρόνια κυριαρχούσε στην περιοχή ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων στον οποίο είχαν δηλώσει υποταγή όλοι οι κλεφταρματολοί και επικρατούσε στην περιοχή Γρεβενών ησυχία. Όταν ξέσπασε όμως η Ελληνική Επανάσταση, ο Γιαννούλας συνέδραμε τα μέγιστα: τον Μάιο του 1821 έστειλε ένα σώμα 90 αντρών με αρχηγό το πρωτοπαλίκαρό του Απόστολο Κυρίμη να βοηθήσει τον Εμμανουήλ Παπά στην Χαλκιδική, τον Μάρτιο του 1822 τον γαμπρό του σε αδελφή Δημήτριο Καραμήτσιο να συνδράμει στην επανάσταση του Ολύμπου και άλλο σώμα με αρκετά μέλη της οικογενείας να αγωνισθεί στο πλευρό των Ναουσαίων που είχαν και αυτοί εξεγερθεί.  Ο Πετρώφ μαρτυρεί την παρουσία κάποιου Ζιάκα με το όνομα Θεόδωρος στην πολιορκία της Νάουσας. Δεν είναι σίγουρο όμως, αν πρόκειται για τον αδελφό του Γιαννούλα, ο οποίος τότε ήταν μόλις δεκαέξι ετών. Τέλος Γρεβενιώτες αγωνιστές με εντολή του Γιαννούλα Ζιάκα και με αρχηγό τον Απόστολο Κυρίμη πήραν μέρος και στις δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου όπου και σκοτώθηκαν άλλα τέσσερα μέλη των Ζιακαίων. Ο ίδιος ο Γιαννούλας ποτέ δεν εγκατέλειψε το αρματολίκι του, γιατί ήταν επιφορτισμένος με ένα άλλο σημαντικό καθήκον: τη φύλαξη των διόδων και των βορείων συνόρων από τα τουρκαλβανικά στίφη τα οποία λυμαίνονταν τα χωριά της Κόνιτσας, του Ζαγορίου και των Γρεβενών και απειλούσαν να κατέλθουν προς νότον, οπότε θα κινδύνευε η Ελληνική Επανάσταση. Για όλα αυτά τα κατορθώματα ο Γιαννούλας τιμήθηκε με το βαθμό του συνταγματάρχου και του χιλιάρχου, αλλά δυστυχώς ο Βελή μπέης των Γρεβενών με το γιο του Μεχμέτ Τάγο ύστερα από απαίτηση του Κιουταχή πασά και οι άσπονδοι εχθροί των Ζιακαίων, οι Μακραίοι τον σκότωσαν με προδοσία και ενέδρα στο χωριό Μαυρονόρος τον Φθινόπωρο του 1826. Έτσι ανέλαβε την αρχηγία του αρματολικίου ο Θεόδωρος Ζιάκας ως επίτροπος του ανήλικου γιου του Γιαννούλα Ζιάκα Νικολάκη.

Ο Θεόδωρος κατόρθωσε πολύ γρήγορα να επικρατήσει σε όλο καπετανάτο των Γρεβενών και του Ζαγορίου και, με τα έξοχα στρατιωτικά προσόντα, την επαναστατικότητα και την ισχυρή θέληση που τον διέκριναν, αναδείχτηκε αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Δυτικής Μακεδονίας. Στην αρχή βέβαια κατέφυγε στη Θεσσαλία στον κλεφταρματολό από το Περιβόλι Νάσιο Μάνταλο, παντρεύτηκε την κόρη του και τον έκανε σύμμαχο και βοηθό του στους μετέπειτα αγώνες του. Τον Νοέμβριο του 1827 σύμφωνα με τον Κασομούλη συμμετείχε στη σύσκεψη πολλών Μακεδόνων οπλαρχηγών, στη Μονή του Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο για τον συντονισμό της Επανάστασης στη Μακεδονία, δυστυχώς όμως η έκκλησή τους για βοήθεια και στήριξη προς το αγωνιζόμενο Έθνος δεν βρήκε ανταπόκριση ούτε από τον Δημήτριο Υψηλάντη ούτε από Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Θεόδωρος Ζιάκας επανήλθε στο αρματολίκι των Γρεβενών την Άνοιξη του 1828 και,  όπως μας πληροφορεί ο ανιψιός του Γούλας, το πρώτο μέλημά του ήταν να εκδικηθεί του δολοφόνους του αδελφού του Γιαννούλα: «μετ΄ ου πολύ, ένεκα των εκτάκτων αυτού στρατιωτικών αρετών, κατέσφαξε 30 δολοφόνους του πατρός μου, επυρπόλησεν, ερήμωσε δια του πυρός και σφαγών 10 χωρία συνωμοτικά κατά του πατρός μου υπάρξαντα, ελεηλάτησεν, εκαθάρισεν την επαρχίαν από τους οικογενειακούς εχθρούς και ανεδείχθη δια της λόγχης ο μέγας τρομοκράτωρ των Τούρκων» . Την εκδίκηση για τον θάνατο του αδελφού του μαρτυρεί και δημοτικό τραγούδι. Έπειτα συνέχισε το έργο του αδελφού του, την αντιμετώπιση των Τουρκαλβανών που λεηλατούσαν το Ζαγόρι και τα Γρεβενά. Το 1830 ο Κιουταχής προσπάθησε να εκκαθαρίσει την Θεσσαλία και την Δυτική Μακεδονία από τους κλεφταρματολούς και να καταστείλει οριστικά την Επανάσταση και τους προσκάλεσε στα Τρίκαλα δήθεν για συμβιβασμό. Ο Ζιάκας με τον Μάνταλο, επειδή κατάλαβαν τον δόλο δεν πήγαν, ενώ οι εκατό περίπου που πήγαν βρήκαν οικτρό θάνατο. Μετά από αυτό το γεγονός ο Ζιάκας αναγκάστηκε για ένα χρόνο περίπου να δραπετεύσει στην νότια Ελλάδα. Πάντοτε όμως ήθελε να εκδικηθεί τον τύραννο των Γρεβενών Μεχμέτ Τάγο και σχεδίαζε την άλωση των Γρεβενών και την τιμωρία του.

Έτσι, το 1831 έφτασε στην περιοχή του Ασπροποτάμου και άρχισε να οργανώνει την επίθεση κατά του Μεχμέτ Τάγου, όπως μαρτυρεί και το γνωστό μας τραγούδι Εσείς πουλιά πετούμενα …

«Εμείς εψές τον είδαμε, μες τ’ ΄Ασπρο το ποτάμι
παλικαράκια μάζωνε, όλα των είκοσι ένα
Παίρνει το Νάσιο Μάνταλο και το Σωτήρη Στράτο
τριών μερών περπάτημα, το κάνει σε μια μέρα
στα Γρεβενά ξημέρωνε, στον όμορφο τον τόπο,

ήταν ημέρα του Βαγιού, ημέρα του Λαζάρου».

  Κατά τον Αραβαντινό ο Ζιάκας μπήκε στα Γρεβενά μέρα μεσημέρι και έσπειρε τον τρόμο και τον πανικό. Πρώτα έκαψε την συνοικία Τσακάλια, όπου διέμεναν οι Λαλιώτες Τούρκοι που βοήθησαν τον Μεχμέτ Τάγο στην δολοφονία του αδελφού του και στη συνέχεια άλλα σπίτια Τούρκων και Ελλήνων συνωμοτών. Προσπάθησε, χωρίς όμως επιτυχία να μπει στην Κούλια του Μπέη και να δολοφονήσει  τον Μεχμέταγα αλλά δεν τα κατάφερε. Ο  Αραβαντινός αναφερόμενος στο γεγονός γράφει σχετικά: «Κατά τον Απρίλιο του 1831 μετά χιλίων οπαδών του δια μέσης ημέρας εισήλασεν εις την πολίχνην των Γρεβενών και ελαφυραγώγησεν Τούρκους και χριστιανούς ανεξαιρέτως, πυρπολήσας τα δύο τρίτα των οικιών, και διέμενεν ακαταπάλαιστος καταπιεστής και καταστροφεύς της επαρχίας Γρεβενών και των γειτνιαζόντων χωρίων του Ζαγορίου…».  

          Την επόμενη χρονιά εδώ στο Σπήλαιο ο Μεχμέταγας απέκλεισε τον Ζιάκα μαζί με τα παλικάρια του Κώστα Βλάχο και Μεντερλή και ύστερα από ηρωική μάχη κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί με έξοδο. Το 1833 ο Ζιάκας εγκαταλείπει οριστικά την Δυτική Μακεδονία, καθώς δεν υπήρχαν ελπίδες να συνεχιστεί ο Αγώνας, αφού με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης ορίστηκε ως σύνορο της Ελλάδας η γραμμή Αμβρακικού – Παγασητικού. Εκεί λοιπόν στην Λαμία σε ένα αγρόκτημα που του παραχωρήθηκε από το Ελληνικό κράτος ως αναγνώριση της προσφοράς του στον Αγώνα θα περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία, για να επαναστατήσει και πάλι και να απελευθερώσει την αγαπημένη του πατρίδα τα Γρεβενά. Αυτή η ευκαιρία ήρθε με τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856).

          Η μάχη του Σπηλαίου Μάιος 1854

          Ο κριμαϊκός πόλεμος ήταν μια από τις πολλές διενέξεις μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, στην οποία όμως ενεπλάκησαν και η Αγγλία και η Γαλλία στο πλευρό της δεύτερης, επειδή φοβήθηκαν για την κάθοδο της Ρωσίας στην Μεσόγειο. Ο Βασιλιάς Όθωνας και ο τότε πρωθυπουργός Αντώνιος Κριεζής αποφάσισαν να στηρίξουν, όσο γινόταν πιο μυστικά, τη Ρωσία και βοήθησαν και υλικά και ηθικά την Επανάσταση που ξέσπασε στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Μακεδονία, γιατί πίστεψαν ότι είχε έρθει η ώρα για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, την απελευθέρωση δηλαδή των αλύτρωτων αδελφών. Έτσι ορίστηκαν επίσημα αρχηγοί στη Θεσσαλία ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, στην Ήπειρο ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Θεόδωρος Γρίβας, στην Κεντρική Μακεδονία ο Τσάμης Καρατάσος και στην Δυτική Μακεδονία ο Θεόδωρος Ζιάκας, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο Θεόδωρος Ζιάκας ήταν μια αναγνωρισμένη σε πανελλήνια κλίμακα ηγετική προσωπικότητα, γι’ αυτό και ο βασιλιάς Όθων και η κυβέρνηση Αντωνίου Κριεζή του ανέθεσαν να φέρει σε πέρας μια τόσο σοβαρή και επικίνδυνη αποστολή.

          Ο Ζιάκας, μόλις ανέλαβε την αρχηγία τον Φεβρουάριο του 1854, άρχισε να στρατολογεί άνδρες, κυρίως Μακεδόνες στη Λαμία και στις αρχές Μαρτίου με 300 αγωνιστές ενώθηκε  με τον Καταρραχιά στο Σμόκοβο και συνήψαν τρεις μάχες με πιο σημαντική την μάχη στον Άγιο Γεώργιο, 12 χιλιόμετρα ΝΔ της Καρδίτσας, στην οποία και τραυματίστηκε σύμφωνα με πληροφορίες του Άγγλου Προξένου της Θεσσαλονίκης. Στην Θεσσαλία εισήλθε και ενώθηκε με τον Ζιάκα και ο γαμπρός του Δημήτριος Καραμήτσιος  με 90 άντρες και στις αρχές Απριλίου, όπως πληροφορούμαστε από ενθύμηση της Ιεράς Μονής Ευαγγελιστρίας της Βουνάσας ο Ζιάκας έφτασε στην Δεσκάτη: «1854 κανο θημηση τον καιρον της επαναστάσεως εις τον καιρόν τοῦ Ζιάκα. ήτον 1854 Ἀπριλίου 11. τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα ήλθεν ὁ Ζιάκας εἰς χωρίον δισκάτα».

          Μόλις εξαπλώθηκε η είδηση ότι ο Θεόδωρος Ζιάκας έφτασε στα Γρεβενά έτρεξαν να ενωθούν μαζί του οι παλιοί του σύντροφοι αλλά και πάρα πολλοί νέοι επαναστάτες από το Βόιο, τη Σιάτιστα και την Κοζάνη. Έτσι πολύ σύντομα μετά και από περιοδείες που έκανε και ο ίδιος στην περιοχή των Σερβίων συγκεντρώθηκε ένας αριθμός 1000 ετοιμοπόλεμων ανδρών. Ενώ βρισκόταν στην Λουζιανή (σημ. Ελάτη) ειδοποιήθηκε ότι 350 Τουρκομάνοι επιτέθηκαν στα κοπάδια των Βλάχων, κοντά στο χωριό Παλιουριά, και παρά την γενναία αντίσταση των βλαχοποιμένων, έφυγαν παίρνοντας μαζί τους πολλά αιγοπρόβατα και γυναικόπαιδα. Αυτή είναι η περίφημη μάχη της Φιλουριάς, στις 10 Μαΐου του 1854 η οποία έμεινε έντονα χαραγμένη στη μνήμη των παθόντων, όπως φαίνεται από την παροιμιώδη βλάχικη φράση: «si fiatse filurie» έγινε της Φιλουριάς, δηλαδή μεγάλος χαλασμός.  Ο Ζιάκας κινήθηκε αστραπιαία και πρόλαβε τους  Τουρκομάνους στο χωριό Δημηνίτσα (σημ. Καρπερό) και αφού πήρε πίσω τα λάφυρά τους προξένησε πραγματική πανωλεθρία: σκότωσε τους 250 και οι υπόλοιποι 100 επέστρεψαν οι πιο πολλοί τραυματίες στα Γρεβενά. Αυτή η νίκη του Ζιάκα ήταν πολύ σημαντική, γιατί προκάλεσε πανικό στους Τούρκους των Γρεβενών, πολλοί από τους οποίους μετακόμισαν στην Καστοριά και ενθάρρυνε πολλούς να τον ακολουθήσουν στην πορεία του προς το βορινό τμήμα του νομού.

          Στόχος του ήταν τώρα να οχυρώσει την γενέτειρα του το χωριό Τίστα (σημ. Ζιάκας), το μοναστήρι της Παναγίας στο Σπήλαιο και το δερβένι Μηλιάς – Κρανιάς για να ελέγχει και να αποκρούει την διέλευση των τούρκικων στρατευμάτων βορειοδυτικά. Και ενώ ο Ζιάκας είχε ξεσηκώσει και είχε με το μέρος του τα Γρεβενά και τη Κοζάνη και είχε προκαλέσει την ανησυχία των Άγγλων και των  Γάλλων, τα πράγματα στην υπόλοιπη Ελλάδα είχαν επιδεινωθεί: η επανάσταση στη Ήπειρο είχε κατασταλεί μετά και την πτώση του Μετσόβου, όπου είχαν οχυρωθεί οι τελευταίοι επαναστάτες, η επανάσταση στη Θεσσαλία είχε αποδυναμωθεί και όδευε σε αποτυχία και, το χειρότερο, στην Αθήνα  οι Αγγλογάλλοι,  αφού κατέλαβαν τον Πειραιά, ανάγκασαν την κυβέρνηση Κριεζή να παραιτηθεί και ανέλαβε ο γνωστός σε όλους για τις μηχανορραφίες του Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος αποκήρυξε την Επανάσταση και κάλεσε τους αρχηγούς να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Έτσι ο Θόδωρος Ζιάκας έμεινε μόνος και αβοήθητος με 1000 άνδρες και άλλα τόσα γυναικόπαιδα να κρέμονται από το λαιμό του, ενώ ο Αβδή πασάς με 12000 στρατιώτες και με την συμπαράσταση του Μεχμέτ Τάγου, του άσπονδου εχθρού του Ζιάκα, κινούνταν  εναντίον του. Τότε πήρε την μεγάλη απόφαση: να οχυρωθεί και να πολεμήσει στο Σπήλαιο, γιατί μόνον εκεί μπορούσε ή να νικήσει ή να  διαφύγει με ασφάλεια και να σώσει τα γυναικόπαιδα.

          26 Μαΐου 1854. Ο Ζιάκας εισέρχεται με τους άνδρες του στο Σπήλαιο, καβάλα στο μαύρο του άλογο. Καταλύει στο μοναστήρι τη Παναγίας και σχεδιάζει την άμυνα. Μαζί του οι οπλαρχηγοί Δημήτριος Καραμήτσιος, Αλέξης Γκούντας από το Σπήλαιο, και Μαλτέζος από τον Ασπροπόταμο, οι οποίοι διακρίθηκαν για την ανδρεία τους – ο τελευταίος μάλιστα σκοτώθηκε την τελευταία ημέρα της μάχη στην τοποθεσία που και μέχρι σήμερα λέγεται «στου Μαλτέζου τη ράχη». Μαζί τους και ο Τσιουκαντάνας από το Περιβόλι.

          Οι επαναστάτες εφοδιάστηκαν με τρόφιμα από το μοναστήρι της Παναγίας και πήγαν να ταμπουρωθούν στις θέσεις τους. Δόθηκε βαρύτητα στη δυτική πλευρά του χωριού, γιατί από εκεί θα έκανε την κύρια επίθεσή του ο Αβδή πασάς με το ασκέρι του. Εκεί κατά μήκος του τείχους σε μία γραμμή 450 μέτρων τοποθετήθηκαν 750 άνδρες, ενώ ΒΔ τοποθετήθηκε ο Καραμήτσιος με τους άνδρες του και ΝΔ οι Αιτολωακαρνάνες του Μαλτέζου και ο Αλέξης Γκούντας.  Στα γυναικόπαιδα δόθηκε εντολή να μείνουν ανατολικά, στη θέση Κάψαλα, κοντά στο μοναστήρι, για λόγους ασφάλειας και διατροφής, αλλά και για να μπορέσουν, όπως και έγινε να διαφύγουν ευκολότερα. Όλα αυτά είναι γνωστά από μαρτυρίες κατοίκων του Σπηλαίου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες.

          Στις  28 Μαΐου το απόγευμα κατέφθασε ο τουρκικός  στρατός από τα δυτικά και στρατοπέδευσε σε απόσταση 1200 μέτρων από το χωριό. Την άλλη μέρα το πρωί και, ενώ όλα ήταν έτοιμα για τη μάχη, κατέφθασαν στο Σπήλαιο ο Άγγλος Πρόξενος του Μοναστηρίου Longworth και ο Γάλλος Πρόξενος των Ιωαννίνων Μπερτράν, οι οποίοι του εξέθεσαν ότι η Επανάσταση στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία κατεστάλη και η ελληνική Κυβέρνηση καλεί πίσω τους επαναστάτες και δεν στηρίζει την Επανάσταση. Ο Ζιάκας στην αρχή έμεινε άφωνος αλλά μετά από λίγο είπε με θάρρος: «Εγώ δεν ντροπιάζω τα ελληνικά τουφέκια. Θα πολεμήσω και ό,τι θέλει ας γίνει».

          Μετά την αποχώρηση των προξένων κατά το μεσημέρι οι Τούρκοι άρχισαν τους κανονιοβολισμούς, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων: «Κατά το μεσημέρι ακούμε τα κανόνια να ρίχνουν.  Κριτσούσαν οι χούνες και σε λίγο ακούμε να σφυρίζουν πάνω από τα κεφάλια μας και να σκάζουν πάρα πέρα. Τότε μας είπαν κάποιοι αξιωματικοί  να πιάσουμε απέναντι από το μοναστήρι στην πλαγιά προς την Κουτσουλάτα».

          Την επομένη 30 Μαΐου οι Τούρκοι εξαπέλυσαν γενική επίθεση με στόχο την κατάληψη του βορειοδυτικού σημείου, αλλά ο Καραμήτσιος με τους άνδρες τους απώθησαν με μεγάλη γενναιότητα, με αποτέλεσμα να υποστούν πολλές απώλειες. Στις 31 Μαΐου η επίθεση έγινε στο νοτιοδυτικό σημείο στη θέση λαλά, όπου ήταν παραταγμένοι ο Μαλτέζος με τον Αλέξη Γκούντα και τα παλικάρια τους και πρόβαλαν γενναία αντίσταση. Στο σημείο αυτό, λόγω έλλειψης πολεμοφοδίων, χρησιμοποιήθηκαν όλα τα κρασοβάρελα του χωριού γεμάτα πέτρες τα οποία προκάλεσαν μεγάλο πλήγμα στους Τούρκους και έσπειραν τον πανικό. Η κατάσταση όμως είχε επιδεινωθεί, γιατί είχαν λιγοστέψει πολύ και τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.

          Το βράδυ ο Ζιάκας αναγκάστηκε να πάρει την μεγάλη απόφαση: θα αποχωρούσε κρυφά με τα χίλια γυναικόπαιδα και τους άνδρες της φρουράς και θα τους οδηγούσε με ασφάλεια στην ελεύθερη Ελλάδα. Ακολουθώντας την πορεία προς Τρίκωμο, στις όχθες του ποταμού έφτασε στο δάσος της Γόργιανης στο Κηπουρειό και από εκεί πέρασε στη Θεσσαλία και από τον Κόζιακα και τα Άγραφα έφτασε στη Λαμία. Ας ακούσουμε την μαρτυρία της Αικατερίνης Γκούντα από το 1905, σε ηλικία 85 ετών: «Κι από νύχτα σε νύχτα πήγαμε στο Ρωμαίικο, σ’ ένα χωριό που εκάτσαμε τρεις μήνες κι ύστερα μς έδωσαν μπιραέτ οι Τούρκοι οι Τούρκοι κι ήρθαμε πάλι στο χωριό». Και ο ίδιος ο Ζιάκας που δεν ακολούθησε τους πρόσφυγες μέχρι την Λαμία, γιατί περίμενε να πάρει πρώτα αμνηστία, γράφει στον φίλο του ταγματάρχη Κ. Φράγκο στις 10 Ιουνίου στο Νεοχώρι Αγράφων: «Ἀντεστάθην εἰς καρτεράν μάχην κατά συνέχειαν ἡμέρας ἀγωνισθείς ὑπέρ τῆς δυνάμεώς μου διά τῆς θείας βοηθείας καί ἰδών εἰς μάτην μένω πολιορκημένος, δέν μοῦ ἔστειλαν ἐπικουρίαν, καί ἐξοδεύσας ἅπαντα τά πολεμοφόδια καί τό περισσότερον τῆς πυρόπετρας, ἀπεφάσισα περί τῆς ἐξόδου μου, ἡ ὁποία ἔγινε εἰς τάς 29 λήξαντος, δευτέραν ὥραν τῆς νυκτός, μέ ἅπαντα τόν λαόν, τοῦ ὁποίου ἡ θέα σέ καταθλίβει, τόν ὁποῖον εἰς τήν φροντίδα σας ἐγκαταλείπω μέχρι τῆς γῆς τῆς κατοικίας του».

          Ο Θόδωρος   Ζιάκας λοιπόν αλλά και όλοι οι Ζιακαίοι και όλοι οι αγωνιστές εκείνης της εποχής αποτελούν σύμβολο αγωνιστικότητας και αδούλωτου πνεύματος, γενναιότητας και μεγαλοψυχίας. Μπορεί να μην αξιώθηκαν να δουν ελεύθερη την πατρίδα τους, αλλά αντιστάθηκαν σθεναρά και έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους, όπως ταιριάζει σε κάθε ελεύθερο άνθρωπο. Είναι χρέος και εμείς σήμερα να αντιστεκόμαστε με σθένος, με έργα και όχι με λόγια, και να υψώσουμε το ηθικό και πνευματικό μας ανάστημα, για να αποφύγουμε την άλωση και τη δουλεία που απειλούν την εθνική και ατομική μας ύπαρξη. Και εδώ στο Σπήλιο, το προπύργιο του αγώνα και της ελευθερίας, να θυμόμαστε κάθε χρόνο τα κατορθώματα των προγόνων μας για να παίρνουμε δύναμη για τους δικούς μας αγώνες.

          Θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου με το τραγούδι του Ζιάκα που καταγράφηκε στην περιοχή του Ζαγορίου το 1866, 12 χρόνια μετά την περίφημη μάχη του Σπηλαίου, τον Μάιο του 1854. Αυτό το τραγούδι γρήγορα διαδόθηκε σε όλη την Ελλάδα, εμψύχωσε τους Μακεδονομάχους και τους αγωνιστές του Σαράντα στον αγώνα τους, σώζεται σε αρκετές παραλλαγές  και σήμερα θα το ακούσουμε και θα το χορέψουμε πολλές φορές. Σε αυτό το τραγούδι απαθανατίστηκε με λιτό και μεστό τρόπο από το λαό μας η τόλμη και η ανδρεία του Ζιάκα.

Μάχη του Μεγάλου Σπηλαίου. (1854 )  Χασ. VI, 59

          Εσείς βουνά του Γρεββενού, και πεύκα του Μετσόβου,

          Λίγο για χαμηλώσητε, κάνα ντουφέκι τόπο,

          Για να φανεί απ’ το Ζυγό το παινεμένο Σπήλιο,

          Να ιδούμε το Ζιακόπουλο πως πολεμάει τους Τούρκους.

          Βάστα, καημένε Θόδωρε, βαστάξου στο ντουφέκι,

          Μη σε φοβίζουν τίποτες του Αβντή Πασσά τα τόπια.

          -Πώς να βαστάξω, μπρε παιδιά, και πώς να πολεμήσω;

  Μπαρούτι δεν έχω σπυρί, δε μόμεινε ένα βόλι,

  Και χίλια γυναικόπαιδα κρεμιούνται στο λαιμό μου!

  Άιστε παιδιά μ, ας φύγουμε, στην Καλαμπάκα ας πάμε,

Να βρούμε τους συντρόφους μας και αυτόν τον Χατζηπέτρο.

       -Ζάκα μ’, και πώς το έπαθες; Ζάκα μου πώς εστάθη;

        πώς άφησες τις ἐκκλησιαίς, κι᾿  αυτό το μοναστήρι;

        -Κάλλιο ν’ αφήσω τς’ εκκλησιαίς, κι’ αυτό το μοναστήρι,

        παρά ν’ αφήσω ᾿ς τη σκλαβιά χίλια γυναικοπαίδια.

         Εκεί το λένε Αρβανιτιά, το λένε Αρβανίταις,

        που για να κάνουν πλιάτσικα και για να πάρουν σκλάβους

δεν συλλογιούνται σκοτωμόν, ζωή δεν συλλογιούνται.

                                                Στέργιος Πουρνάρας

Φιλόλογος, Πρόεδρος Δημοτικής Κοινότητας Γρεβενών

e-Grevena Portal