78 Views

Συναισθηματική Νοημοσύνη και Έμφραγμα – Γράφει η Μπαλιάμη Κωνσταντίνα, Ψυχολόγος BScN, MSc, της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών

Τα τελευταία χρόνια η Συναισθηματική Νοημοσύνη (ΣΝ) έχει προκαλέσει ένα ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας, οδηγώντας τους ερευνητές να μελετήσουν τη δυναμικότητά της σε πολλές περιοχές της ανθρώπινης λειτουργίας. Μία πολλά υποσχόμενη περιοχή είναι ο χώρος της Ψυχολογίας της Υγείας, όπου η Συναισθηματική Νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει δυναμικά προβλέποντας, αφενός μεν, συμπεριφορές υγείας που αυξάνουν το προσδόκιμο επιβίωσης και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών και αφετέρου δε, συμπεριφορές που λειτουργούν ως παράγοντες κινδύνου τόσο για τη σωματική όσο και για την ψυχική τους υγεία (Tsiaousis & Nikolaou, 2005). Δεδομένα από σειρές ερευνών καταδεικνύουν το άγχος, το κάπνισμα, την κατάχρηση αλκοόλ και την έλλειψη φυσικής δραστηριότητας ως τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου που συντελούν στην ανάπτυξη στεφανιαίας νόσου (ΣΝ), το φάσμα δηλαδή των συμπτωμάτων και των νοσημάτων που οφείλονται σε βλάβες των αρτηριών που παρέχουν αίμα στην καρδιά (Buttar, Li, & Ravi, 2005; Fraser & Upsdell, 1981; Gibbons, Blair, Cooper, & Smith, 1983; Pohorecky,1990; Scragg, Stewart, Jackson, Beaglehole, 1987; Siscovick, Laporte, & Newman,1985). Το έτος 2005 καταγράφηκαν 58 εκατομμύρια θάνατοι παγκοσμίως από τους οποίους οι 17 εκατομμύρια θάνατοι οφείλονταν σε καρδιαγγειακές παθήσεις και οι 7.6 οφείλονταν σε στεφανιαία νόσο (WHO, 2005, 2007). Μία από τις κυριότερες εκδηλώσεις της στεφανιαίας νόσου είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου (MI) (Mendis et al., 2011). Ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν πως οι προαναφερόμενοι παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη στεφανιαίας νόσου δεν παρατηρούνται μόνο στις αναπτυγμένες χώρες αλλά και στις λιγότερο αναπτυγμένες (Yusuf et al., 2004), συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω εξάπλωσή της νόσου, γεγονός που επιβάλει άμεσα τον έλεγχο και τον περιορισμό της.

Το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου αποτελεί την πιο δυσμενή κατάληξη της στεφανιαίας νόσου που ευθύνεται για το 54% των θανάτων (Μανώλης, 2007) και χαρακτηρίζεται από την νέκρωση ενός μέρος του τοιχώματος της καρδιάς από απόφραξη μιας στεφανιαίας αρτηρίας που προκαλείται από αιφνίδια διακοπή της ροής του αίματος προς την καρδιά.

Για την ανάπτυξη στεφανιαίας νόσου και ΟΕΜ έχουν ενοχοποιηθεί πολλοί παράγοντες. Κάποιοι από αυτούς τροποποιούνται με κατάλληλες παρεμβάσεις και άλλοι, είναι μη τροποποιήσιμοι. Στους τελευταίους ανήκει η ηλικία, το φύλο και το κληρονομικό ιστορικό στεφανιαίας νόσου. Αντίθετα, παράγοντες όπως το κάπνισμα, οι υψηλές τιμές χοληστερόλης στο αίμα, η αρτηριακή υπέρταση, η απουσία φυσικής δραστηριότητας, το αυξημένο σωματικό βάρος και η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης και το στρες μπορούν να τροποποιηθούν με κατάλληλες παρεμβάσεις (Μανώλης, 2007). Οι καρδιολόγοι Meyer Friedman και Ray Rosenman (1959) αναφέρθηκαν σε ένα φιλόδοξο, αγχωτικό και ανταγωνιστικό τύπο προσωπικότητας που σχετίζεται συχνά με την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων. Αυτός ο τύπος ονομάσθηκε προσωπικότητα τύπου A (TABP-type A behavioral pattern). Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τύπου Α είναι η μεγάλη ανταγωνιστικότητα, η φιλοδοξία και η επιθυμία για γρήγορη κοινωνική άνοδο και επαγγελματική επιτυχία με συνεχή αίσθηση έλλειψης χρόνου. Ο Williams (1989) σε μία πιο πρόσφατη αναθεώρηση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας τύπου Α, υποστήριξε πως η εχθρική συμπεριφορά συνδέεται με μεγαλύτερη αύξηση της αρτηριακής πίεσης, της καρδιακής συχνότητας και του επιπέδου ορμονών του στρες στο αίμα συγκριτικά με άτομα χαμηλής επιθετικότητας. Ο Stoney (1999) σε έρευνά του συμπέρανε πως στο χρόνιο στρες παρατηρείται αύξηση των επιπέδων ομοκυστείνης και της δραστηριότητας των αιμοπεταλίων, γεγονότα που οδηγούν σε αυξημένη θρομβογένεια και προδιαθέτουν την εκδήλωση καρδιαγγειακών επεισοδίων. Οι Rozanski και Kubzansky (2005) παρομοίως, συμπεραίνουν, πως επαναλαμβανόμενη διέγερση του συμπαθητικού συστήματος, που ενεργοποιείται σε καταστάσεις στρες, μπορεί να οδηγήσει σε καρδιοαγγειακή υπερδιέγερση και υπέρταση. Δεδομένα από σειρές ερευνών καταδεικνύουν τα απότομα ξεσπάσματα θυμού, το φόβο και τα στρεσσογόνα γεγονότα ως υψηλούς παράγοντες κινδύνου για έμφραγμα (π.χ., Carroll, Ebrahim, Tilling, Macleod, & Smith, 2002; Kamarck & Jennings, 1991; Lear & Kloner, 1996; Mittleman et al., 1995) και την κατάθλιψη και το άγχος ως προγνωστικούς παράγοντες καρδιοαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας (π.χ., Gallo & Matthews, 2003; Hemingway & Marmot, 1999; Kubzansky & Kawachi, 2000; Rugulies, 2002). Πρόσφατα, επίσης, ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν πως οι ασθενείς με έμφραγμα όσο και αυτοί με στηθάγχη εμφανίζουν υψηλά επίπεδα φόβου του πόνου, άγχους του πόνου, άγχους για την καρδιακή λειτουργία, ψυχοπαθολογίας καθώς και υψηλά επίπεδα εχθρότητας (Μπακέλλα, Δαμίγος, Μαυρέας, & Γκούβα, 2010) γεγονός που επιβάλλει άμεσα την αντιμετώπιση του άγχους, της συνολικότερης ψυχοκοινωνικής εκτίμησης (Δρίτσας, 2003) και της άμεσης κάλυψης των συναισθηματικών αναγκών με στεφανιαία νόσο συμπεριλαμβανομένου και το ΟΕΜ, καθώς επιτρέπουν την αποτελεσματική βιο-ψυχοκοινωνική προσέγγιση και την καλύτερη έκβαση της νόσου (Πολυκανδριώτη et al., 2012) εξαιτίας της μείωσης του βαθμού στένωσης των στεφανιαίων αρτηριών (Ornish et al., 1998).

Εύλογα, λοιπόν, διαφαίνεται η σημαντικότητα των συναισθημάτων και ο βασικός ρόλος που αυτά παίζουν ιδιαίτερα σε άτομα που έχουν ήδη υποστεί ένα σοβαρό καρδιαγγειακό επεισόδιο, όπως είναι το οξύ έμφραγμα του Μυοκαρδίου, όπου η σωστή διαχείριση των συναισθημάτων και ο αυτοέλεγχός τους επιβάλλεται προκειμένου να ελαττωθούν οι πιθανότητες εμφάνισης ενός δεύτερου επεισοδίου που ενδέχεται να οδηγήσει στο θάνατο. Η ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα συναισθήματά του, να τα χρησιμοποιεί προς διευκόλυνση της σκέψης του, να τα κατανοεί, να τα διαχειρίζεται και τέλος να ασκεί έλεγχο σε αυτά, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται ο ορισμός της ΣΝ, οι ψηλές τιμές της οποίας, αφενός μεν, βοηθάνε αυτά τα άτομα να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά διάφορες στρεσογόνες καταστάσεις, καθώς και τις συνέπειες από την ενδεχόμενη αποτυχημένη διαχείριση αυτών, διευκολύνοντας έτσι την αποκατάσταση τους και, αφετέρου δε, τους παρακινεί να υιοθετούν υγιείς μορφές συμπεριφοράς, όπως άσκηση και φυσική δραστηριότητα και να αποφεύγουν τις ανθυγιεινές, όπως κάπνισμα και αλκοόλ που έχουν σοβαρή επίπτωση στην υγεία τους.

e-Grevena Portal