103 Views

Τα ιστορικο-κοινωνικά του συμφραζόμενα του μυθιστορήματος σύμφωνα με τους Frye, Bakhtin και Jameson Γράφουν: Βασιλική Μιχαλογιάννη Μαρία Σακοράφα

Εισαγωγή
Η λογοτεχνία και οι ειδολογικοί της μετασχηματισμοί.

Η ακριβής ταυτότητα της λογοτεχνίας, παρόλες τις θεωρητικές απόπειρες
προσέγγισης, παραμένει ρευστή, – κι αυτό συνιστά μέρος της γοητείας της – αφού, όπως
επισημάνθηκε, οι όποιες απαντήσεις δεν μπορεί παρά να είναι «προσωρινές, εποχιακά
φορτισμένες και συγκυριακές». Η σχέση της με την κοινωνία, πάντα στο προσκήνιο, είθισται
να διερευνάται αμφίδρομα, ανάγοντας τα στοιχεία λογοτεχνικής γραφής άλλοτε στις
εξωκειμενικές, ιστορικοκοινωνικές τους συντεταγμένες, κι άλλοτε στην αυτόνομη σφαίρα της
αισθητικής. Ενδεικτικά, φέρεται να υπερβαίνει τη λεκτική μίμηση μιας προϋπάρχουσας
πραγματικότητας, αναδεικνύοντας, μέσα από συγκεκριμένες αισθητικές, ιδεολογικές και
πολιτισμικές επιλογές, έναν «μετακόσμο», μια «υπερπραγματικότητα». Εφόσον, λοιπόν, η
ίδια συνιστά ένα σύστημα διαρκώς εξελισσόμενο και τροποποιούμενο, κάθε ειδολογικός της
μετασχηματισμός, με τη σειρά του, προκύπτει είτε μέσω συνδυασμού είτε μέσω μετατόπισης

2
ή ανατροπής παλαιότερων σχηματισμών Έτσι, δε νοείται λογοτεχνία χωρίς γένη και είδη, τα
οποία προσεγγίζονται θεωρητικά και εμπειρικά.
Πρόκειται για πρόσφατους, σχετικά, όρους που δηλώνουν τα μεγάλα λογοτεχνικά
μορφώματα και τις υποδιαιρέσεις τους, οι οποίες, στη συγχρονική «τυποποίηση» και
διαχρονική εξέλιξή τους έχουν καταστεί αντικείμενο της λογοτεχνικής θεωρίας και ένα από τα
πιο ενδιαφέροντα, αν και αμφισβητούμενα, θέματα της γραμματολογικής επιστήμης, τόσο ως
προς τo περιεχόμενο και τη λειτουργία, όσο και το πλήθος τους. Η σχετικότητά τους
αναδεικνύεται από τη μεταβλητότητά τους, αφού, θεωρητικά και πρακτικά, αναδύονται,
αλλάζουν και παρακμάζουν για ιστορικούς λόγους, και, σε κάθε περίπτωση, αποτελούν
ανοιχτές κατηγορίες, καθώς, τα συνεχώς αυξανόμενα κείμενα καθιστούν την ομαδοποίησή
τους μια ατελεύτητη διαδικασία.
Ακόμη περισσότερο, δεν εκλαμβάνονται αυτόνομα, αλλά πάντα σε αμοιβαία
συνάρτηση, η οποία δικαιολογεί την ύπαρξη, αλλά και τη μεταξύ τους ανάμειξη. Σ’ αυτή τη
συχνότητα, ο Derrida υπερτονίζει τη ρευστότητάς τους, αναγνωρίζοντας, σε κάθε κείμενο, τη
δυνητική συμμετοχή σε ένα ή περισσότερα λογοτεχνικά είδη, ενώ, ούτε οι έννοιες της
«διακειμενικότητας» και «αυτο-αναφορικότητας», αποτελούν καθοριστικά λογοτεχνικά
χαρακτηριστικά, αλλά τρόπο προβολής πτυχών της γλωσσικής χρήσης και αναπαράστασης,
εντοπίσιμος, ενδεχομένως, και σε μη λογοτεχνικά κείμενα. Γι’ αυτό, ο Jameson αντιμετωπίζει
τα γένη ως έναν λογοτεχνικό θεσμό, ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του συγγραφέα κι ενός
συγκεκριμένου κοινού, υποστηρίζοντας, όπως ο Frye, πως ανακύπτουν σε περιστάσεις
παρουσίασης, αλλά, καθώς απελευθερώνονται απ’ αυτές, αλλάζουν, οπότε και δυσχεραίνεται
η κατηγοριοποιησή τους.

Το μυθιστόρημα και τα κοινωνικά του συμφραζόμενα.

Η ίδια ρευστότητα μεταβιβάζεται και στο μυθιστόρημα, ως προς τη γενολογική του
υπόσταση, αλλά και τη γένεση και την ιστορία του. Λόγω της συνθετότητας που το διέπει,
εγείρει και προωθεί γενικότερα ερωτήματα για τον λογοτεχνικό χώρο, ακόμη και πολιτικά. Ο
όρος χρησιμοποιείται, πλέον, προς χαρακτηρισμό ποικίλων μυθοπλαστικών κειμένων, των
οποίων κοινή συνισταμένη αποτελεί ο εκτενής πεζός λόγος, που το διακρίνει τόσο από το
διήγημα, όσο και από τη μέσης έκτασης νουβέλα. Το μέγεθός του επιτρέπει την εναργέστερη
παρουσίαση πληθώρας χαρακτήρων, πιο σύνθετη πλοκή (ή πλοκές), ευρύτερη ανάπτυξη του
κοινωνικού περιβάλλοντος και, τελικά, τη συμπερίληψη έργων εξαιρετικά ανόμοιων μεταξύ
τους.

3

Η γένεσή του είθισται να αποδίδεται στο μεσαιωνικό λογοτεχνικό είδος της
μυθιστορίας, του γαλλικού 12ου αιώνα, το οποίο, δηλώνοντας ακόμη και ένα είδος
λογότροπου, ενδέχεται να διέπει πολλά άλλα λογοτεχνικά και μη είδη. Στο πλαίσιο της τάσης
ανανέωσης, από τον 19 ο αιώνα και εξής, και την αποδυνάμωση του δόγματος της
καθαρότητας, το μυθιστόρημα φέρεται να υποκαθιστά το έπος, παράγοντας καινοφανείς
ιδεολογικές προεκτάσεις∙ εκεί ανάγει και ο Genette την προέλευσή του, προσλαμβάνοντας τις
μεταγενέστερες επιβιώσεις ή μετεξελίξεις του ως υποείδη. Μάλιστα, θεωρείται η «εποποιία»
και το κατεξοχήν εκφραστικό λογοτεχνικό μέσο της αστικοποιημένης και πλουραλιστικής
σύγχρονης εποχής, η οποία, παρά τον κατακερματισμό και την έλλειψη νοήματος,
«εξακολουθεί να προσβλέπει στην ολότητα», οπότε η ίδια η γένεσή του ενέχει ιστορικό
χαρακτήρα, αφού η διαφοροποίησή του από το έπος και τη μυθιστορία οφείλεται στη μορφική
προσαρμογή του στις ιστορικοκοινωνικές αλλαγές.
Τρεις υπολογίζονται οι βασικές προσεγγίσεις στη μυθιστορηματική θεωρία και
ιστορία: η αγγλοαμερικανική, που θέτει ως δεδομένο την εμφάνιση του είδους, τον18 ο αιώνα,
η κλασική, που συμπεριλαμβάνει όλες τις μεγάλης έκτασης μυθοπλασίες, και η μπαχτινική,
που συνδέει την ανάδυσή του με τις μοναδικές συνθήκες της ευρωπαϊκής Αναγέννησης, μετά
τη διάδοση της τυπογραφίας, με διακριτά στοιχεία την ετερογλωσσία και τη διαλογικότητα,
που, κατόπιν, επηρέασαν τη νεότερη λογοτεχνία, στο σύνολό της, ενώ, στα βασικά του
γνωρίσματα ξεχωρίζει η σύμπτωση μορφής και περιεχομένου, αλλά και η υπονομευτική και
ανατρεπτική ειρωνεία.

4

Το «χρονοτοπικό ασυνείδητο» του Μπαχτίν
και το μυθιστόρημα ως εργαλείο κοινωνικής ανατροπής.

Η σημασία του Μπαχτίν για τις λογοτεχνικές σπουδές τοποθετείται, πρώτιστα, στην
ανατρεπτική θεωρία της «πολυφωνίας» του μυθιστορήματος, με αφετηρία την
«πρωτοκαθεδρία του κοινωνικού έναντι του ατομικού» και την επακόλουθη θεώρηση του
συγκεκριμένου είδους ως κοινωνικο-ιστορικής ενότητας· η κοινωνική αυτή διάσταση,
απορρέουσα από το περιεχόμενο, εμφανίζεται αδιαχώριστη από τη μορφή, συνδέοντας τις
(τυπολογικές) ιδιαιτερότητες με τις κοινωνικές μεταλλαγές. Η επικέντρωση του μπαχτινικού
ενδιαφέροντος στο μυθιστόρημα σχετίζεται με την αβεβαιότητα που το περιβάλλει αναφορικά
με το στίγμα του, τόσο ως προς τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη, όσο και τους κανόνες
καθημερινού λόγου, οι οποίοι αποτελούν τη βάση της μορφοποίησής του, εκλύοντας ενεργή
δύναμη διαμόρφωσης της πολιτισμικής ιστορίας.
Προκειμένου να περιγράψει αυτήν, ακριβώς, τη συνοχή μεταξύ λογοτεχνικής και
ιστορικο-κοινωνικής πραγματικότητας, ο Μπαχτίν εισήγαγε την έννοια του χρονότοπου,
οριζόμενου ως «το σύνολο των χαρακτηριστικών του τόπου και του χρόνου στο εσωτερικό
κάθε λογοτεχνικού γένους», και ενός διαλόγου ανάμεσα στη χρονοτοπική συγκρότηση του
μυθιστορήματος και τη χωροχρονική συνάντηση της εποχής του, από της οποίας τα
πολιτισμικά συμφραζόμενα προκύπτει. Δεν εκλαμβάνεται ως υπερβατική έννοια, αλλά
καθορίζεται από τη βιωμένη εμπειρία, που απαρτίζει ένα «χρονοτοπικό ασυνείδητο», μια
δέσμη ασύνειδων, δηλαδή, πεποιθήσεων για τον χώρο και τον χρόνο, διαμορφούμενη εντός
συγκεκριμένου κοινωνικού και ιστορικού περιβάλλοντος, με διαλογικό συνδυασμό
εξωκειμενικών και ενδοκειμενικών χρονότοπων, ενώ ως μεγάλης ή μικρής κλίμακας μονάδα
ανάλυσης αποκτά ειδολογικό και μοτιβικό, αντίστοιχα, χαρακτήρα
Σε αντίθεση, άρα, με το έπος, που δομεί τον κόσμο σε ένα μυθικό παρελθόν, χωρίς
συνάφεια με τον πραγματικό εμπειρικό, το μυθιστόρημα τοποθετεί τον δικό του σε άμεση
γειτνίαση με το παρόν, ενώ, μέσω της διαλογικής σχέσης με προγενέστερα κείμενα,
αποκαλούμενης ως «διακειμενικότητας» που έγκειται στην καρδιά του μυθιστορηματικού
γένους, διευκολύνεται ο διάλογος μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, συντήρησης και
ανανέωσης· έτσι, το κείμενο, χάρη στη «δημιουργική μνήμη» του, διατηρεί τη χωροχρονική
σχέση με τον κοινωνικό του περίγυρο, προκαλώντας την ετερογλωσσία, που αντιστοιχεί στη
διαχρονική συσσώρευση τρόπων θέασης και ερμηνείας Ωστόσο, η πολυφωνικότητά του δεν

5
έγκειται απλώς στην ετερογλωσσία, αλλά, κυρίως, στην αδυναμία επιβολής μιας μοναδικής
προοπτικής και ενιαίας κοσμοαντίληψης.
Η αμφισβήτηση της μοναδικότητας οδηγεί στην έννοια της παρωδίας, μιας
μυθιστορηματικής τεχνικής που εξυπηρετεί την ανατροπή της κανονικότητας και του
κατεστημένου, μέσα από τον αντιπολιτισμό του γέλιου, και εκφράζει, με τη δίφωνη γλώσσα
της, τον αμφίρροπο συγκρητισμό των αντίπαλων στοιχείων που εμπεριέχονται στις έννοιες
του διαλόγου και του καρναβαλιού· στη λαϊκή, άλλωστε, παράδοση του τελευταίου, ανάγει ο
Μπαχτίν και τον ίδιο τον μυθιστορηματικό λόγο, προσφέροντας, περισσότερο, μια
φιλελεύθερη, παρά μαρξιστική, πολιτική σύλληψη.
Γενικότερα, η αρχή της διαλογικότητας «εξέφρασε τη ρευστότητα και τον
πλουραλισμό της εποχής μας, υποκαθιστώντας το αξίωμα της καθαρότητας με εκείνο της
υβριδικότητας», και είναι εφικτή στο μυθιστόρημα, λόγω του συγκερασμού διαφόρων
εξωλογοτεχνικών μορφών του ιδιωτικού και δημόσιου βίου, όχι ως απλή μείξη αφηγητών,
αλλά ως ειδολογικό αμάλγαμα, που στοιχειοθετεί τη σύγχρονη κοινωνική ταυτότητα από μία
πληθυντικότητα ετεροτήτων ως μέθοδος, υπό το πρίσμα της οποίας η λογοτεχνία λειτουργεί
μεταφορικά για άλλες πλευρές της ύπαρξης, μπορεί να συλληφθεί ως «ιστορική ποιητική» Η
εμβάθυνση της συγκεκριμένης θεωρίας οδήγησε στη σύλληψη της «διαγλωσσολογίας», που
παρουσιάζει το μυθιστόρημα ως «ένα διαλογικό σύστημα εικόνων, γλωσσών, υφών,
συνειδήσεων συγκεκριμένων και αδιαχώριστων από τη γλωσσική έκφραση», και της
μυθιστορηματικότητας, ως ειδοποιού γνωρίσματος και δείκτη επίγνωσης της ετερότητας, το
οποίο εντάσσεται στην ιστορία της ανθρώπινης συνείδησης.
Εξάλλου, το μυθιστόρημα, κατά τον Μπαχτίν, προκύπτει από μια κριτική στάση
έναντι της γλώσσας 1 και προβάλλει ως ριζοσπαστικό, συνειδησιακά, κείμενο, επειδή
εναποθέτει την ανακάλυψη του εαυτού στον προσεταιρισμό της ετερότητας και την αισθητική
της άλλης φωνής. Με την άνοδό του ανατρέπονται, ταυτόχρονα, δύο μύθοι: της
μοναδικότητας και της απόλυτης ενοποίησης της γλώσσας, σε αντίθεση με τις εχθρικές προς
την ποικιλία επικές κοινωνίες. Αυτή ακριβώς η απομάκρυνση από την επική ολότητα, σε
συνδυασμό με κωμική προσέγγιση και τη λογοτεχνική ανάπλαση μιας ημιτελούς
πραγματικότητας, είναι που οδηγεί στη συγκρότηση του μυθιστορήματος συνιστώντας την
πηγή της απελευθερωτικής του δύναμης, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.

6

Το «πολιτισμικό ασυνείδητο» του Frye

και το μυθιστόρημα ως εργαλείο κοινωνικής ηθικής.

Σε αντίθεση με τον Μπαχτίν, ο Frye αρνείται την ιδεολογία της μορφής·η ποιητική
του, ωστόσο, υπήρξε πάντα, έστω και έμμεσα, κοινωνικού χαρακτήρα, με έμφαση στη σχέση
μεταξύ μυθολογίας και ιδεολογίας. Η προτεινόμενη κατηγοριοποίηση, προσανατολισμένη
στην αποδέσμευση διαχρονικών και καθολικών στοιχείων, υπερβαίνει την έννοια του είδους,
επιλέγοντας ως μονάδα κειμενικής ανάλυσης το αρχέτυπο, όρο που δηλώνει «τα
αφηγηματικά σχήματα, τους τύπους δράσης, τους χαρακτήρες, τα θέματα και τις εικόνες,
επαναλαμβανόμενα και αναγνωρίσιμα σε ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών έργων», τα οποία,
έτσι, συνδέονται με διανθρώπινες έννοιες. Οι αντίστοιχες αρχετυπικές θεωρίες,
επηρεασμένες τόσο από τη συγκριτική ανθρωπολογία, όσο και από την ψυχαναλυτική
κριτική, εξετάζουν τη λογοτεχνία ως κοινωνικό γεγονός και πράξη επικοινωνίας, που
προκύπτει από τη δυναμική ανασύνθεση του πολιτισμικού παρελθόντος, μέσα από τη
διαπλοκή συμβόλων, μύθων, και αρχετύπων.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι γενολογικές διακρίσεις θεωρούνται ένας τρόπος ιδεατής
παρουσίασης των λογοτεχνημάτων, και προκρίνει, με αφετηρία τους τρεις τρόπους μίμησης
των αριστοτελικών «ηθών», πέντε μυθοπλαστικούς τρόπους, με κριτήριο τη δύναμη δράσης
του ήρωα, σε σχέση με το περιβάλλον του. Στους επιμέρους μυθοπλαστικούς τρόπους
διακρίνονται διαφορετικοί τύποι εικονισμού, από τους οποίους το μυθιστόρημα κατατάσσεται
στον αναλογικό, που παρουσιάζει έναν κόσμο εξιδανικευμένο, αντίστοιχο του
αποκαλυψιακού τρόπου, αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο. Παράλληλα, προβάλλονται τέσσερα
μεγάλα είδη -κωμωδία, μυθιστορία, τραγωδία και σάτιρα-, τα οποία υπολογίζονται ως
εκδηλώσεις πάγιων, επαναλαμβανόμενων, μορφών της ανθρώπινης φαντασίας,
αναπαριστώμενες στους αρχετυπικούς εποχικούς μύθους, με το ρομάνζο να ενσωματώνεται
σ’ αυτόν του καλοκαιριού – της κορύφωσης των εποχών- όπου κυριαρχεί το αρχετυπικό θέμα
του αγώνα/ σύγκρουσης.
Επίσης, αναγνωρίζονται δύο θεμελιώδεις αφηγηματικές κινήσεις: μια κυκλική, εντός
της φυσικής τάξης, και μια ανοδική -διαλεκτική προς τον αποκαλυψιακό κόσμο, όπου το άνω
ήμισυ του κύκλου συμβολίζει τον κόσμο του ρομάντζου και του αναλόγου της αθωότητας,
ενώ το κάτω τον κόσμο του ρεαλισμού και του αναλόγου της εμπειρίας. Παρά τις θετικές του,
όμως υποδηλώσεις, το ρομάντζο δεν παύει να αποτελεί προβολή των επιθυμιών της
άρχουσας τάξης, η οποία, εν μέρει, κλονίζεται μόνο από την εκπλήρωση της αποστολής του

7
ήρωα, ως βασικό στοιχείο πλοκής, και την παρείσφρηση του «προλεταριακού στοιχείου», ως
τάση θετικών αλλαγών· σ’ αυτήν, ακριβώς, την πρόθεση για κάτι καλύτερο εντοπίζεται και το
ουτοπικό στοιχείο.
Από την άλλη πλευρά, η ιστορική προοπτική περιορίζεται από την αναγωγική στιγμή,
που συλλαμβάνει τη λογοτεχνία ως αυθύπαρκτη οντότητα· πρόκειται για τη στιγμή εξάλειψης
της ιστορίας, μαζί με το όριο μεταξύ πολιτισμού και φύσης. Με παρόμοιο τρόπο, το
αρχετυπικό σύστημα του Frye διαμορφώνει ένα ουτοπικό όραμα, στο οποίο ο πολιτισμός
εκλαμβάνεται ως διαδικασία εξανθρωπισμού της φύσης και απελευθέρωσης του ατόμου από
την καταδυνάστευση της ιστορίας, ενώ η ιδέα του ίδιου ως ολοκληρωμένου και αταξικού
προβάλλεται ως απώτερος στόχος της ανθρώπινης εργασίας.
Παρά τη συντηρητική έμφαση στην ενότητα της κουλτούρας, ωστόσο, η
αναθεωρητική, «αντι-νεοκριτική» κριτική του Frye υπαινίσσεται μια ζωηρή παροντική εστίαση.
Στο βαθμό που η ουτοπική φαντασία κυριαρχείται από την επιθυμία για λύτρωση από τις
αυξανόμενες πιέσεις του θεωρητικού και πρακτικού ορθολογισμού, οι οραματισμένοι
κοινωνικοί μετασχηματισμοί αρνούνται δραστικά την καπιταλιστική καθημερινότητα,
μετατρέποντας την τέχνη, από αντικείμενο αισθητικού στοχασμού, σε ηθικό εργαλείο για μια
ελεύθερη και αταξική κοινωνία∙ γι’ αυτό, η συγκεκριμένη κριτική μπορεί να ονομαστεί
«αισθητικός ανθρωπισμός», ο οποίος καταστρέφει την τάξη και τους διαχωρισμούς της, και
την ανακαλεί, λυτρώνοντας τα άτομα από απανθρωπιστική συμβολική ιεραρχία των
κοινωνικών θεσμών, αντιστεκόμενος στην αποξένωση της βιομηχανοποίησης, που έχει
καταλάβει και την τελευταία ιδιωτική περιοχή της ανθρώπινης εμπειρίας, το ασυνείδητο.
Προκειμένου να διασφαλιστεί η καθαρότητα του ουτοπικού χαρακτήρα, η κουλτούρα
αποκόπτεται από την ιστορία και η υλική πρακτική μεταλλάσσεται σε μεταφυσικό πόθο
ελευθερίας. Η απομάκρυνση από την πολιτισμική ετερογένεια αποσκοπεί στην απόδειξη της
ενότητας μεταξύ ιστορικού παρελθόντος και παρόντος, καθώς και διαφορετικών ατόμων και
κοινωνικών τάξεων. Έτσι, η ουτοπία επικυρώνει καθολικές αξίες και τη συλλογική κοινωνική
ενότητα.

8

Το «πολιτικό ασυνείδητο» του Jameson
και το μυθιστόρημα ως εργαλείο καπιταλιστικής νοοτροπίας.
Τη συλλογιστική του Frye συνέχισε ο Jameson, μετατρέποντας πτυχές της σε μια
μαρξιστική γενολογική θεωρία, και συνδυάζοντάς τη, διαλεκτικά με τη λακανική
ψυχαναλυτική θεωρία, με στόχο την ιστορικοποίηση της συνέχειας της ιδεολογικής
ταυτότητας μέσα στην αλλαγή και την ασυνέχεια.. σ’ αυτό το πλαίσιο, το νεοφανές
μυθιστορηματικό γένος, στο οποίο δοκιμάζει τη θεωρία και την κριτική του, το αντιμετωπίζει
ως άκρως πολιτικοποιημένο, αλλά με «λουκατσιανή δυσπιστία», πριμοδοτώντας τον μεγάλο
ρεαλισμό, έναντι του μοντερνισμού· αναγνωρίζει, ωστόσο, τη σχέση του με τα κοινωνικά
συμφραζόμενα, έστω και χωρίς απευθείας αναφορά σ’ αυτά, ενώ προσδίδει ταξική χροιά
ακόμη και στην μπαχτινική πολυγλωσσία.
Αναλυτικότερα, το τοποθετεί σε τρία σημασιολογικά συμφραζόμενα-ορίζοντες, που
συνυπάρχουν σε κάθε έργο: στο πρώτο, το πολιτικό, το πολιτισμικό κείμενο δομείται ως μια
ατομική συμβολική ανταπόκριση σε κοινωνικές αντιθέσεις, συγκροτώντας την απούσα αιτία
του κειμένου και προβάλλοντας μια ουτοπική επιθυμία για μετασχηματισμούς∙ στο δεύτερο,
της ταξικής διαλεκτικής, το λογοτεχνικό κείμενο αναδομείται ως αντιπροσωπευτική ταξική
φωνή, που ιδεολογικοποιεί την ουτοπία∙ το τρίτο, ιστορικό, παρουσιάζει μια διαχρονική
οπτική της αστικής πάλης, και ανάγει την ουτοπική επιθυμία στην πολιτισμική επανάσταση,
αναδομώντας το μυθιστόρημα ως μια μορφή αναπαράστασης της συνύπαρξης
ανταγωνιστικών τρόπων παραγωγής και ιδεολογιών.
Στο τελευταίο επίπεδο, εντάσσεται η έννοια της ουτοπίας, με όρους ταξικής πάλης,
για τη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών διαβίωσης. Η αρχική σύλληψη ανήκει στον Frye
και προσείλκυσε το ενδιαφέρον του Jameson, ο οποίος της προσέδωσε ιστορικό χαρακτήρα,
με την ελπίδα πραγμάτωσης εντός κοινωνίας και Ιστορίας, και όχι ανιστορικά, στο ευρύτερο
πολιτισμικό πλαίσιο. Συγχρόνως, διατείνεται πως «κάθε ταξική συνείδηση είναι ουτοπική, στο
βαθμό που εκφράζει την ενότητα μιας συλλογικότητας , η οποία συνιστά έναν κώδικα που
μοιράζεται μια ομάδα ανθρώπων· σ’ αυτήν, ακριβώς, τη συλλογικότητα διαβλέπεται μια
ελπίδα, προοιωνίζοντας την τελική συλλογικότητα, που οραματίζεται την αέναα
αναβαλλόμενη αταξική κοινωνία., προς την οποία, άλλωστε, συγκλίνουν όλες οι κουλτούρες
και ιδεολογίες.
Αντίστοιχα, οι τρεις ομόκεντροι κύκλοι ανάλυσης περιλαμβάνουν το πολιτικο-ιστορικό
επίπεδο, αναφερόμενο σε μια σειρά συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων, όπου το
μεμονωμένο έργο, ως συμβολική πράξη, «λύνει» σε φαντασιακό επίπεδο μια συγκεκριμένη

9
και πραγματική αντίφαση, το κοινωνικό, αναφερόμενο στην ταξική πάλη, όπου το κείμενο
εκλαμβάνεται, ως ιδεολόγημα, δηλαδή ως η μικρότερη μονάδα των ανταγωνιστικών λόγων
των κοινωνικών τάξεων, με επαναπροσδιορισμό της μπαχτινικής διαλογικότητας ως
ανταγωνισμού των συγκρουόμενων λόγων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, και το ιστορικό,
αναφερόμενο στους τρόπους παραγωγής, όπου το μεμονωμένο έργο και τα ιδεολογήματά
του διαβάζονται στη βάση των διαφορετικών συμβολικών μηνυμάτων που μας μεταφέρονται
από τη συνύπαρξη διαφόρων σημειακών συστημάτων που είναι τα ίδια ίχνη ή προδρομικές
εμφανίσεις τρόπων παραγωγής. Στο τελευταίο επίπεδο ανήκουν και οι έννοιες των «εποχών
πολιτισμικής επανάστασης» και «Ιδεολογίας της μορφής».
Την ιστορία την αντιλαμβάνεται, ταυτόχρονα, ως αναγκαιότητα, αλλά και ελευθερία.
Το πρόσταγμα «πάντα να ιστορικοποιείς» αποκαθιστά την ιδεολογικά καταπιεσμένη ή
μετασχηματισμένη ιστορική ακρίβεια, για να αποκαλύψει τη συστατική σχέση της με την
ιδεολογία, η οποία δεν εκλαμβάνεται ως απάτη, αλλά ως απόπειρα υπέρβασης των
δυσβάσταχτων σχέσεων της κοινωνικής ζωής, και λειτουργεί ως «υπερδομή» κάθε
πολιτισμικής ή λογοτεχνικής κατασκευής. Στόχος της λογοτεχνικής ανάλυσης είναι η
αποκάλυψη ενός στοιχείου του πολιτικού ασυνείδητου των κειμένων, όπου η ιστορία
λειτουργεί ως «απούσα αιτία», που κινητοποιεί τη γραφή συμπίπτοντας με «αυτό που
πονάει», δηλαδή το «τραύμα» – έναυσμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, το οποίο κανένα
κείμενο δεν μπορεί να εκφράσει πλήρως.
Πιο συγκεκριμένα, τον Jameson ενδιαφέρει η συλλογική Ιστορία, με την οποία η
σχέση του λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι εντοπίσιμη, αλλά έμμεση, αναπόφευκτη και
ουσιαστική, και που, ταυτιζόμενη με τη λακανική έννοια του «Πραγματικού», η γνώση του
οποίου, μαζί με τη συνειδητοποίηση του αυθεντικού ανθρωπισμού, συγκροτεί, για τον
μαρξισμό, την αντικειμενική μελέτη της λογοτεχνίας, μακριά από την παραπλανητικές
ιδεολογίες. Μέσα από τις μορφικές επιλογές και τις αφηγηματικές τεχνικές, το κείμενο
συνδέεται με την Ιστορία, εκφράζοντας τα αδιέξοδά της, και την ίδια στιγμή ενεργοποιεί τη
διαδικασία επίλυσής τους.
Τέλος, θεωρεί την επικύρωση του πλουραλισμού ως αντανάκλαση του
αποδυναμωτικού σχετικισμού της σύγχρονης ζωής κι ένα σύμπτωμα της
αποσπασματικότητας της κοινωνικής αξίας που παράγει ο καπιταλισμός, του οποίου την
κυρίαρχη ιδεολογία εκφράζει το μυθιστόρημα, μέσα από τις αφηγηματικές τεχνικές, όπως η
εστίαση, που δίνει την αίσθηση πως το άτομο δικαιούται να διεκδικεί την προσωπική του
ελευθερία, παρόλο που δε σχετίζεται με το γενικότερο όφελος του συνόλου· ταυτόχρονα,
καλλιεργείται η συμπάθεια και ταύτιση του αναγνώστη με τις προσωπικές επιθυμίες των

10
ηρώων, κι έτσι συντελείται η εξοικείωση με μια υλιστική νοοτροπία, όπου κυριαρχεί η
«πραγμοποίηση» των ανθρώπινων σχέσεων και η θεώρηση του ίδιου του ατόμου ως
ανταλλάξιμου προϊόντος.

Επίλογος – Συμπεράσματα
Και στις τρεις θεωρητικές προσεγγίσεις, το μυθιστόρημα διατηρεί, περισσότερο, ίσως,
από κάθε άλλο λογοτεχνικό είδος, τη ζωτική του σύνδεση με τα κοινωνικά συμφραζόμενα.
Ακόμη και στην οπτική του Frye, η επιθυμία απόδρασης από τα ασφυκτικά δεσμά του
ιστορικού γίγνεσθαι συνιστά μια κοινωνική αντίδραση. Πολύ περισσότερο, σε κάθε
περίπτωση, λειτουργεί ως φορέας ενός μηνύματος- κοινωνικού, ηθικού, πολιτικού
περιεχομένου.
Κοινός παρονομαστής, η έννοια του «ασυνείδητου», θεμελιώδες γνώρισμα των
ψυχαναλυτικών θεωριών, συνεπάγεται πως ο άνθρωπος δεν ταυτίζεται με το προσωπικό του
«εγώ», καθώς υπάρχουν τεράστια κομμάτια του ψυχισμού του, που γίνονται γνωστά από τις
επιπτώσεις τους στο συνειδητό, και τα οποία δεν είναι εύκολα προσβάσιμα· ωστόσο, το
ασυνείδητο φέρεται να έχει κοινωνικό χαρακτήρα, αφού σ’ αυτό εγγράφεται, έστω και με
λανθάνοντα τρόπο, ο απόηχος των βιωμένων εμπειριών, είτε έχουν χρονοτοπική, είτε
πολιτισμική, είτε πολιτική διάσταση. Από αυτή την άποψη, λειτουργεί ως η «απούσα αιτία»
της ατομικής και συλλογικής δράσης και, εγγραφόμενο στο λογοτεχνικό κείμενο, υπενθυμίζει
τη σχέση μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, η έννοια του ασυνείδητου,
παραπέμπει σε ήρωες μυθιστορηματικούς, που έχουν απωλέσει την επική εξωτερικότητα και
διαφάνεια, και διαθέτουν «σκοτεινές», άρρητες πτυχές.
Επίσης, σημαντικός είναι ο ρόλος της ελευθερίας, μέσω αποδέσμευσης από
κοινωνικοϊστορικές και πολιτισμικές νόρμες και υπέρβασής τους. Ως επιθυμητή διέξοδος
προβάλλεται μια κατάσταση αυθεντικής ανθρωπιστικής ενότητας, χωρίς επίπλαστους
διαχωρισμούς και καταναγκαστικές κατευθύνσεις· ακόμη και στον επίμονο «φωνοκεντρισμό»
του Μπαχτίν, εξιχνιάζεται μια κρυμμένη νοσταλγία την προκαπιταλιστική προφορική
κουλτούρα της αμεσότητας της επικοινωνίας.
Πάντως, οι μεμονωμένες θεωρίες, ιδωμένες ως «λογοπραξία» δείχνουν ανεπαρκείς
για την πλήρη σύλληψη του πολυσύνθετου ανθρώπινου βιώματος στη δαιδαλώδη
πραγματικότητα· η διαλεκτική τους σύνθεση, όμως, αυξάνει τις πιθανότητες, μέσα από την

11
αλληλοσυμπλήρωση, την εξισορρόπηση των αντινομιών και την αποφυγή των ακραίων
θέσεων. Κι αν ακόμα οι θεωρητικές λύσεις αποτυγχάνουν, διατηρούν, τουλάχιστον, το
πλεονέκτημα «να κλονίζουν τις προκαταλήψεις και να ταρακουνάνε την ήσυχη συνείδηση ή
την κακή πίστη της ερμηνείας» με την αναγνώρισης της πολυπλοκότητας ως μοναδικής
λογοτεχνικής ηθικής.

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Αθήνη, Στέση (2010). Η κοραϊκή θεωρία για την πλασματική πεζογραφία. Στο Όψεις της
νεοελληνικής πεζογραφίας (1700-1830). Ο διάλογος με τις ελληνικές και τις ξένες παραδόσεις
στη θεωρία και την πράξη, «Βιβλιοθήκη της Ιστορίας των Ιδεών – 7», Αθήνα: ΙΝΕ/ΕΙΕ, 267-296.
Αλεξίου, Βασίλης. (2008). Λογοπραξίες. Aθήνα: Παπαζήσης.
Bakhtin, Mikhail .(1981). The Dialogic Imagination: Four Essays. trans. Caryl Emerson and
Michael Holquist, Austin: University of Texas Press.
Bawarshi, Anis S. − Reiff, Mary Jo. (2010). Genre in literary traditions. Στο Genre. An
Introduction to History, Theory, Research, and Pedagogy. Indiana: Parlor Press, 13-28.
Βελουδής, Γιώργος.(1997). Γραμματολογία. Αθήνα: Δωδώνη.
Cohen, Ralph. (1986). History and genre. New Literary History. Vol 17, No 2, 203-218.
Derrida, Jacques. (1980). The Law of Genre. ( μετάφρ. A. Ronell, Critical Inquiry 7 (1), 55-81.
Frye, Northrop. (1957). Anatomy of Criticism. Princeton. NJ: Princeton University Press.
Fuchs, Barbara (2004). Introduction . Στο Romance. New York and London: Routledge, 1-11.
Hale, Dorothy J. (2005). Marxist Approaches .Στο The Novel: An Anthology of Criticism and
Theory 1900-2000.Malden, Mass.: Blackwell Publishing, 344-360.
Holquist, Michael .(1990). Dialogism: Bakhtin and His World, New York and London: Routledge,
106-145.
Jameson, Frederic. (1975). Magical Narratives: Romance as Genre. New Literary History, 7:1,
135-163.

12
————————–.(1981). Magical Narratives: On the Dialectical Use of Genre Criticism, in The
Political Unconscious: Narrative as a Socially Symbolic Act, Ithaca, NY: Cornell University
Press.
Mancing, Howard.(2005). Novel, The. Στο David Herman − Manfred Jan − Mary-Laure Ryan
(eds.).Routledge Encyclopedia of Narrative Theory. New York and London: Routledge, 398-404.
Miller, Hillis J. (2002). On Literature, London and New York: Routledge, 1-23.
Πινακούλας, Γ. (2011, Μάιος). Η έννοια του μπαχτινικού  χρονότοπου. Από τον “μεγάλο” στον
“μικρό” χρονότοπο. Aνακοίνωση  στην 6η Συνάντηση Εργασίας Μεταπτυχιακών Φοιτητών του
Τμήματος Φιλολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 Τζιόβας, Δημήτρης. (1987). Η έννοια της λογοτεχνίας και το λυκόφως της αισθητικής αξίας .Στο
Μετά την Αισθητική. Αθήνα: Γνώση, 15-38
Xie, Shaobo. (1996). History and Utopian Desire: Fredric Jameson’s Dialectical Tribute to
Northrop Frye. Cultural Critique. 34, 115-142.

Μεταφρασμένα βιβλία
Abrams, M. H.(2005) .Μυθιστόρημα. Στο Λεξικό λογοτεχνικών όρων. (μετάφρ. Γ. Δεληβοριά − Σ.
Χατζηιωαννίδου). Αθήνα: Πατάκης, 286-296.
Bakhtin , Mikhail. (1980). Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής.( μετάφρ.Γ.Σπανός).Αθήνα:
Πλέθρον (πρωτότυπη έκδοση 1924).
————————.(1995).Έπος και μυθιστόρημα.( μετάφρ. Γ. Κιουρτσάκης), Αθήνα: Πόλις
(πρωτότυπη έκδοση 1941).
————————.(2000). Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι. ( μετάφρ. Α.
Ιωαννίδου).Αθήνα: Πόλις. (πρωτότυπη έκδοση 1929).
Compagnon, Antoine.(2003) .Ο Δαίμων της Θεωρίας. Λογοτεχνία και κοινή λογική. (μετάφρ. Α.
Λαμπρόπουλος).Αθήνα: Μεταίχμιο, 35-40.
Culler, Jonathan .( 2000) . Λογοτεχνική Θεωρία. Μια συνοπτική εισαγωγή, ( μετάφρ. Κ.
Διαμαντάκου), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 23-55.
Delcroix, M-Fernard, H .(1997). Εισαγωγή στις Σπουδές της Λογοτεχνίας (μετάφρ. Ι.
Βασιλαράκης)
Αθήνα: Gutenberg
Derrida, Jacques. (1980). The Law of Genre. (μετάφρ. A. Ronell). Critical Inquiry 7 (1), 55-81.
Eagleton, Τerry. (1989). Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας. (μετάφρ. Μ. Μαυρωνάς), εισαγ.
− θεώρηση (μετάφρ. Δ. Τζιόβας).Αθήνα: Οδυσσέας, 21-42. (πρωτότυπη έκδοση 1999).
Εco, Umberto .(2002). Σχετικά με ορισμένες θεωρίες της λογοτεχνίας στο Περί
λογοτεχνίας.(μετάφρ. Ε. Καλλιφατίδη). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 9-27.

13
Fokkema-Ibsch. (2008). Θεωρίες λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. (μετάφρ.Γ Παρίσης)
Αθήνα:Πατάκης
Genette, Gérard .(2001). Εισαγωγή στο αρχικείμενο .(μετάφρ. Μ. Πατεράκη-Γαρέφη), Αθήνα:
Εστία (πρωτότυπη έκδοση 1979)
Todorov, Tzvetan. (1976 ).The Origin of Genres.(μετάφρ. R. Berrong) New Literary History, 8(1),
159-170.
Holquist, Michael .(2014),.Διαλογικότητα: Ο Μπαχτίν και ο κόσμος του. (μετάφρ. Ι. Σταματάκη).
Αθήνα:Gutenberg.

e-Grevena Portal