382 Views

Βιβλιοπαρουσίαση: «Ο κόκκινος σπάγκος» του Γρεβενιώτη συγγραφέα Γιώργου Σιώμου

Δελτίο Τύπου 56

Γρεβενά 15 Νοεμβρίου 2017

Αρ. Πρωτ.: 310

Βιβλιοπαρουσίαση:

«Ο κόκκινος σπάγκος»

του Γρεβενιώτη συγγραφέα Γιώργου Σιώμου

                                                        Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

            Στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου, μέσα σ’ ένα ευάριθμο ακροατήριο από φίλους του συγγραφέα και φιλαναγνώστες, στις 18:15, την Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017, έγινε η παρουσίαση του βιβλίου: «Ο κόκκινος σπάγκος» του συντοπίτη μας συγγραφέα, Γιώργου Σιώμου.

          Την παρουσίαση έκαναν ο φιλόλογος Στέργιος Πουρνάρας και ο διευθυντής της Βιβλιοθήκης Ζαγκανίκας Σίμος. Κείμενα από το βιβλίο ανέγνωσαν οι φιλόλογοι: η Αντωνιάδου Αθανασία, η Ντόλα Περιστέρα και ο Γιάννης Νικολαϊδης

          Για την επιτυχία της εκδήλωσης συνέβαλαν οι: Προύφα Ευαγγελία, Ταρλατζή Θεολογία και η Κοπάνου Γεωργία

          Παραθέτουμε την υποκειμενική προσέγγιση του διευθυντή της Βιβλιοθήκης για το βιβλίο.

          Είμαστε ευτυχείς, ως Γρεβενιώτες, που σήμερα καταχωρείται στο «λογοτεχνικό λεύκωμα» των Γρεβενών,  ένα ακόμη βιβλίο από Γρεβενιώτη συγγραφέα. Ένα ακόμη βιβλίο του Γιώργου Σιώμου. Και ως Βιβλιοθήκη, είμαστε επίσης ευτυχείς που έχουμε την αξίωση να το παρουσιάσουμε στην ομήγυρη  των  φίλων του συγγραφέα και των φιλαναγνωστών της πόλης μας!…

          Είναι διαδοχικές οι ευχάριστες εκπλήξεις τα τελευταία χρόνια από την μικρή μας Λόχμη, απ’ όπου κατάγεται ο συγγραφέας.  Σ’ αυτό το δασοτόπι με την πυκνή βλάστηση των θάμνων, τη Λόχμη, τον μικρό οικισμό των Αμυγδαλιών, έχουμε την βλάστηση ξεχωριστών εδώδιμων του λόγου. Ανθοφορεί η λογοτεχνία!.. Σαν Βιβλιοθήκη, έχουμε παρουσιάσει, την ανάπλαση παραμυθιών για παιδιά. από την Ευθαλία Σιώμου, αδελφή του Γιώργου Σιώμου.

Πρόπερσι, παρουσιάσαμε το όμορφο μυθιστόρημα «Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρών» του Μιχάλη Δημητρίου Mihalis Dimitriou που ήταν διανθισμένο με ζωντανές, λαογραφικές περιγραφές και με μνήμες από την παρακαταθήκη των παππούδων μας.

Πέρυσι, παρουσιάσαμε το όμορφο μυθιστόρημα «Κλεαγέτη»του Νίκου Κατσώνη  Νίκος Κατσώνης που μας έφερε στη μνήμη την περιπετειώδη μαθητική και φοιτητική ζωή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς του Τόπου μας, πλεκόμενο με μια ατελέσφορη όμορφη ερωτική ιστορία, που απογειώνει το ερωτικό συναίσθημα. Το 2013, παρουσιάσαμε το πρώτο βιβλίο του Λοχμιώτη συγγραφέα, Γιώργου Σιώμου, που ήταν μια όμορφη συλλογή διηγημάτων, η οποία εκδόθηκε, από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, με τον τίτλο «Κορυδαλλός» στην οποία με  δεκαεννιά ιστορίες προσπάθησε να αναστήσει την εποχή των παιδικών του χρόνων  κι εκφράζεται η πικρία του για έναν τρόπο ζωής που χάθηκε για πάντα.. Το 2014 παρουσιάσαμε τη δεύτερη σειρά διηγημάτων του, η οποία εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, που την τιτλοφόρησε «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παππά» στην οποία, με είκοσι δύο διηγήσεις, εκφράζει το ξέχειλο παράπονό του για την σκληρότητα της ζωής. Μια ζωή, «με πλίνθους και κεράμους άτακτους ερριμμένους». Υποδόρια, σ’ όλες τις διηγήσεις του,  μία αυτοσαρκαστική εκτόνωση που γλυκαίνει έστω και λίγο τον πάτο του ποτηριού.  Και η τρίτη συλλογή του που εκδόθηκε τον Οκτώβρη του 2017, δηλαδή τον προηγούμενο μήνα, από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, με τον τίτλο: «Ο κόκκινος σπάγκος», είναι αυτή, που θα σας παρουσιάσουμε σήμερα

          Ο Γιώργος Σιώμος, στη νέα του διηγηματική ανθολογία, με τον τίτλο, «Ο κόκκινος σπάγκος» πέρασε, μετά, από προσεκτική διάτρηση, όπως ο προσεκτικός λιθοξόος, 28 πολύ όμορφα διηγήματα στον κόκκινο σπάγκο της ονειρικής ενόρασης του!…  «Ένα», όπως αφηγείται ο ίδιος, «βράδυ, είδα ένα όνειρο. Από το μπουάτ… των γραφείων ξεκινούσε ένας κόκκινος σπάγκος, τρυπούσε τον τοίχο κατά μήκος κάτω από τα γύψινα, περνούσε κάτω από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, διέσχιζε εναέρια τον κεντρικό δρόμο και κατέληγε απέναντι στο ξυλουργείο του Λευτέρη, ο οποίος ροκάνιζε μια πόρτα, ενώ ο βοηθός του κρατούσε στα χέρια του δυο σκουριασμένους μεντεσέδες. Ακολουθούσε την αντίστοιχη διαδρομή με το (φορτισμένο) καλώδιο» της ΔΕΗ.  «_ σαν την αρτηρία που ξεκινάει απ’ την καρδιά και τροφοδοτεί με αίμα και ζωή κάθε όργανο του σώματος, καθώς και τις φιάλες της μνήμης, τα λαγούμια του μυαλού, κι εκείνο το σκοτεινό αμπάρι, που το λένε ασυνείδητο».

Η  πόρτα λοιπόν που οδηγεί στα λαγούμια της μνήμης με τους σκουριασμένους μεντεσέδες (τις πολύχρονες στοιβαγμένες, ανήλιαγες αναμνήσεις) θέλει ροκάνισμά για να μπορεί κάποιος να μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο μακρινό παρελθόν. (Εξ’ ου και το ξυλουργείο του Λευτέρη) Αυτή την πόρτα θα διαβεί 28 φορές ο συγγραφέας μας για να αναπλάσει    28 όμορφες ιστορίες και να τις δέσει με τον κόκκινο σπάγκο της μνήμης!…

28 ιστορίες, που δεν έχουν κάτι από την γλύκα των νοσταλγικών αναμνήσεων, ούτε από τη νοστιμιά του ρεμβασμού των αναπολήσεων, αλλά είναι 28 ιστορίες που ενέχουν μια μελαγχολική καταγγελία για αυτά που έγιναν και συνεχίζονται να γίνονται

 και που απάδουν την ανθρώπινη κοινωνία από την εύηχη μουσικότητα της!…

Έτσι, αντί για την αρμονική μουσική της ακούγονται τα κρωξίματα του χθες στο σήμερα!… Ή, καλύτερα θα επισήμαινα, καταγγέλλονται οι πράξεις του χθες με την φωνή στραμμένη στο σήμερα!…

Ο ψυχισμός του συγγραφέα δεν μπορεί να εναρμονιστεί σε μια κίβδηλη ορχήστρα αλαλούμ, και δεν έχει άλλο τρόπο από το να παίξει πιο ηχηρά για να ακουστεί. Και ως εκ τούτου συναντάμε στην γραφή του έναν καταγγελτικό, μελαγχολικό, στεντόρειο σαρκασμό!.

Όλα τον πικραίνουν. Το κουστούμι του αστικού καθωσπρεπισμού τον στενεύει. Οι ιδεοληψίες τον απογοητεύουν. Οι δεισιδαιμονίες εξιτάρουν τον σκωπτισμό του. Η υποκρισία τον γεμίζει αποστροφή. Η ιδιωτικότητα, ως πολιτική έκφραση στην κοινωνία και τους θεσμούς, τον εναντιώνει. Η φτώχια τον κάνει απαρηγόρητο. Και η αδικία, είτε ανθρώπινη, είτε μεταφυσική, τον μεταβάλλει σε υπερασπιστή των αδικημένων!…

Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα, ήτοι το κοινωνικό και ανθρώπινο αδιέξοδο, που, με την ποιητική ευαισθησία του, το βλέπει να υψώνεται σαν τα τείχη της Ιεριχούς. Θέλει με την ψυχή του και τη γραφή του να γίνει ο «σαλπιγκτής» και να συμβάλλει και αυτός, με τη μικρή του φωνή στο γκρέμισμα τους!… Αλλά δεν βρήκε ακόμη την φυσαρμόνικα που την έχουν θάψει με τον πεθαμένο στο διήγημα «Ο ξένος πόνος».

Ο Γιώργος Σιώμος συνδιαλέγεται με την εικόνα της πραγματικότητας και την αναπλάθει. Την αναπλάθει μέσα από τις αντανακλάσεις της, οι οποίες έρχονται με την μορφή των αναμνήσεων. Την ντύνει με λέξεις και την πιστοποιεί ως η πραγματικότητα της εικόνας!…

Από το βλέμμα του δεν περνάει τίποτα απαρατήρητο. Έχει τα κιάλια του παντού στραμμένα και τους ενδοσκοπικούς του φακούς σε διέγερση!… Εντοπίζει, παρατηρεί, ανιχνεύει, ενδοσκοπεί, επεξεργάζεται και εστιάζει την αναζήτηση του. Και αμέσως μετά αιχμαλωτίζει, συλλέγει και με έναν, μοναδικό, δικό του τρόπο εκφράζει τις νοηματικές του εικόνες με λέξεις απλές, χωρίς επιτηδευμένους καλλωπισμούς , καλοβαλμένες, όπως η στέρεα αρμολόγηση σ’ ένα σίγουρο γιοφύρι νοημάτων, που κατευθύνουν αυτόν, που θα διαβάσει τα διηγήματα του, προσεκτικά, μέσα στο γενικότερο κλίμα της απαισιοδοξίας και των αδιεξόδων, με μια μελίρρυτη αντιφατικότητα, στην λεπτομέρεια που πραγματεύεται την ίδια τη ζωή!…

Θα σας αναγνώσω μια παράγραφο από το διήγημα «Ο τυχερός» όπου περιγράφει τον τρόπο διαφυγής από τη μελαγχολία, με μια διδακτική πρακτική.

«Όμως συχνά, χωρίς φανερή αιτία και αφορμή, η έτσι νόμιζα, κυλούσε μέσα μου εκείνο το άχρωμο υγρό που με φθόνο και χαιρεκακία μου θύμιζε πόσο μάταια είναι όλα αυτά που κάνω και ζω….. Με έπιανε τότε ένα είδος δειλίας, ένα γκρέμισμα σε μαύρη τρύπα, ένα γράπωμα στο σβέρκο, κι ανέβαινα τις σκάλες για τον Στελλάκη, και σαν τον ψαρά στην προκυμαία έριχνα πετονιά με το αγκίστρι και τα δολώματα στη δεξαμενή της καθαρής ψυχής του, για να κλέψω λίγη από τη ζωντάνια και την αισιοδοξία του».

Πάντα θα υπάρχει ο πλησίον, ο διπλανός μας, που μπορεί να νοηματοδοτήσει την ζωή μας… Με τον διπλανό μας και την αποδοχή του χτίζεται η επικοινωνία, που χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε κοινωνία!….

Ο άνεμος που φυσούσε στα βιβλία του Γκαμπριέλ- Γκαρσία Μάρκες, κρύος και αναμαλλιάρης, φυσάει και στον δικό του κονδυλοφόρο και τον μετατρέπει έτσι ώστε να εξιστορεί και να αναπλάθει τα γεγονότα με έναν ανυπότακτο, παγερό, μαγευτικό, απομυθοποιητικό τρόπο!…

Θα προσπαθήσω να προσεγγίσω και να δώσω μια υποκειμενική ερμηνεία στο πρώτο διήγημα της Συλλογής, που φέρει τον τίτλο «Τσάμικο».

Λεβέντικος χορός, το Τσάμικο, ο συγγραφέας επιλέγει να τον αναπαραστήσει με τις χορευτικές φιγούρες του στην, κατ’ έτος, εκδήλωση της Αποκριάς. Της Αποκριάς των μασκαράδων και της υπαιτίου της χαλαρότητας και της ευθυμίας!… Και εδώ διακρίνουμε την αντίφαση του με το αποκριάτικο περιβάλλον, με τη φράση: « Εμείς είμαστε σοβαροί και μετρημένοι όπως ήταν οι παλιοί» Αυτοσαρκάζεται και σαρκάζει, αν μη τι άλλο, την άνευρη απομίμηση.

Στο τελετουργικό της αναπαράστασης συνδέει τα τσαλίμια του χορού με την ιστορία του Τόπου και των προγόνων. Πρωτοχορευτής ο ίδιος.  Σας παραθέτω, αυτολεξεί, την περιγραφή του: «Λυγίζω το αριστερό πόδι να πατάει με τη μύτη. Με διευκολύνει να σείσω το κορμί μου για να τινάξω από πάνω μου το ραγιαδισμό».

 Έναν ραγιαδισμό που τον κουβαλάμε, κατά τον συγγραφέα, από γενιά σε γενιά. Εμείς θα προσθέταμε το γνωστό σε όλους μας ρηθέν:  « Μια φορά ραγιάς για πάντοτε ραγιάς».

Στην εσωτερική γραμμή, σε κύκλο, χορεύουν οι γυναίκες. Η πρωτοχορεύτρια μ’ ακολουθεί, περιγράφει ο συγγραφέας, «στο ζέσταμα και στην εισαγωγή». «Ύστερα την αφήνω να πλέκει τσουράπια και σιγκούνια», σαρκάζοντας έτσι την απομίμηση από τα χρόνια των παλαιών, αντιδιαστέλλοντας την εικόνα στο σήμερα των αγώνων της ισότητας. Και θα προσθέταμε, ότι καταγγέλλεται η σημερινή μας πολιτισμική τροφή, που έρχεται από το κλειδοπίνακο της συντήρησης του χθες!…

Και με μια αποφασιστική χορευτική κίνηση ο ραγιάς δηλώνει: «Δεν θα την πάθω όπως την προηγούμενη φορά. Έχω καθήκον βαρύ, πρέπει να βγάλω το άχτι τους, να τινάξω από πάνω τους τη δουλεία, τα βάσανα και τους εξευτελισμούς, αλλά δυστυχώς η έγερση, όπως και κάθε έγερση έχει και τέλος. Τέλος και τα κεφάλια μέσα!..  Η έγερση για να πετύχει θα πρέπει να αποβάλουμε τον ραγιά που κουβαλάμε μέσα μας!…

Ο ραγιάς, όπως και κυρ Μέντιος του Κώστα Βάρναλη, θα είναι πάντα το υποζύγιο των αναγκών των πλουσίων ιδιωτών.

Παραθέτω, αποσπασματικά ποιητικές εκφράσεις των κειμένων για την επαγωγική ανάγνωση της προσέγγισης που επιχείρησα!…

«Κι ήρθαν και κάθισαν βαριά στον ακάλυπτο παρατεταμένο σβέρκο μας»

« Γυαλίζουν τις αλυσίδες που θα φορέσουν στον αιώνα»

«Ασπάλακες, τρυπάνε το χώμα κάτω από τα πόδια μας»

«… μας ξεγέλασαν με ψιχία και κόκαλα».

Σημειώνω από το διήγημα «Λαμπεντούζα», που είναι αριστούργημα, κατά την ταπεινή μου κρίση, δύο ενδεικτικές φράσεις: «Άδειασαν οι κόγχες από τα μάτια του παιδιού πριν καν βγει από της άγνοιας το προστατευτικό κουκούλι». Απίστευτα δυνατή σουρεαλιστική εικόνα!  Και « Οι ψυχές όλων των πνιγμένων  στις ακτές της Βόρειας Αφρικής και της Λαμπεντούζας αποφάσισαν τότε να ενώσουν τις είκοσι μία φυσαλίδες τους κάτω από το νερό κι έκαναν μια τεράστια γιρλάντα που έπιανε από της ακτές της Τυνησίας ως τη Λαμπεντούζα.». Μαγικός Μαγευτικότατος ρεαλισμός.

Και το επίσης δυνατό σε ερμηνεία διήγημα η «Σέρα», όπου διαπραγματεύεται τη δύναμη της ομάδας, τη δύναμη του εμείς, τη δύναμη της οργανωμένης κοινωνικότητας!…

Θα χρειαζόταν πολλές ώρες για να προσεγγίσω τις νοηματικές διηγήσεις και τις μαγευτικές μεταφορές, οι οποίες βρίθουν σ’ όλο το βιβλίο!… Γι αυτό έκανα την επιλογή μου να σας παρουσιάσω πολύ επιλεκτικά και αποσπασματικά κάποιες μόνο αναφορές για να προσεγγίσω όσο ήταν δυνατό το πνεύμα της συγγραφής, μέσα στον περιορισμένο χρόνο της παρουσίασης. Δεν ξέρω αν το πέτυχα….

Εκείνο που θέλω όμως να τονίσω, ως επιστέγασμα, είναι ότι τα 28  διηγήματα του Γιώργου Σιώμου, περασμένα στον σπάγκο της μνήμης, είναι 28 λαμπερά πετράδια, που όσο θα τα θωπεύει κανείς, τόσο θα λαμπυρίζουν τα νοήματα τους στο άχρωμο περιβάλλον του καιρού μας.

Εύχομαι φίλε Γιώργο, το βιβλίο σου να είναι καλοτάξιδο στον χώρο των φιλαναγνωστών.

                                                                                            Ζαγκανίκας Σίμος

 

e-Grevena Portal